• Ελληνικά
  • English

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

1. Σε ποιες παθήσεις εξειδικεύεται ο ουρολόγος;

Ο ουρολόγος αντιμετωπίζει τις χειρουργικές παθήσεις του ουροποιητικού συστήματος των ανδρών και των γυναικών και του γεννητικού συστήματος των ανδρών. Έτσι αντιμετωπίζει παθήσεις των νεφρών, κυρίως όγκους, λιθιάσεις και γενικά καταστάσεις που αποφράσσουν την έξοδο των ούρων από το αποχετευτικό σύστημα του νεφρού. Αντιμετωπίζει τις παθήσεις των ουρητήρων, που συνηθέστερα είναι οι λιθιάσεις, οι όγκοι και οι αποφράξεις των στομίων τους μέσα στην ουροδόχο κύστη. Αντιμετωπίζει τις παθήσεις της ουροδόχου κύστεως, που είναι όγκοι, φλεγμονές από μικρόβια ή όχι, ορισμένες μορφές ακράτειας ούρων και λιθιάσεις. Αντιμετωπίζει τις παθήσεις του προστάτη, που είναι ο καρκίνος και η καλοήθης διόγκωσή του, η οποία προκαλεί δυσκολία στην ούρηση. Αντιμετωπίζει τις παθήσεις των όρχεων και των εξαρτημάτων τους, όπως είναι η κρυψορχία, οι όγκοι, οι φλεγμονές και η αδυναμία ή η δυσκολία γονιμοποίησης - τεκνοποίησης. Αντιμετωπίζει τις παθήσεις του πέους, όπως είναι οι όγκοι, η συγγενής ή η επίκτητη κάμψη και η ανικανότητα. Αντιμετωπίζει, τέλος, ορισμένα ειδικά προβλήματα, όπως η ακράτεια ούρων και τα προβλήματα του ουροποιητικού συστήματος, που προκύπτουν σε ειδικές ομάδες ασθενών, όπως οι παραπληγικοί, οι τετραπληγικοί, οι διαβητικοί, οι παρκινσονικοί ασθενείς κ.ά.

2. Ποια είναι τα συχνότερα συμπτώματα των παθήσεων του ουροποιογεννητικού συστήματος;

Σημαντική μείωση ή αύξηση της ποσότητας των ούρων

Δυστυχώς, συχνά, παθήσεις που είναι σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή και την υγεία, όπως τα νεοπλάσματα, μπορεί να μη δίνουν συμπτώματα, παρά μόνο όταν φθάσουν σε προχωρημένη κατάσταση, οπότε και είναι δύσκολο ή και αδύνατο να θεραπευθούν. Από την άλλη μεριά, ορισμένες καταστάσεις μπορεί να δίνουν θορυβώδη συμπτώματα, χωρίς να δημιουργούν σοβαρό πρόβλημα, όπως ένας κολικός νεφρού, που οφείλεται στη δίοδο και αποβολή ενός μικρού λίθου κάτω από 4 χιλιοστά σε διάμετρο. Συνεπώς, ούτε η μη παρουσία θορυβωδών συμπτωμάτων πρέπει να κρατά τον ασθενή μακριά από τον ουρολόγο, αλλά ούτε και η παρουσία έντονων συμπτωμάτων υποδηλώνει πάντα ανησυχητική κατάσταση. Έχοντας αυτά υπόψη, καθώς και ότι οι αιτίες των συμπτωμάτων δεν αναφέρονται, γιατί ο σκοπός αυτής της ενημέρωσης δεν είναι η αυτοδιάγνωση και η αυτοθεραπεία, τα συνηθέστερα συμπτώματα για τα οποία ο ασθενής πρέπει να απευθυνθεί στον ουρολόγο είναι:

 

  • Αιματουρία
  • Αλλαγή στο χρώμα ή στη σύσταση των ούρων
  • Δύσοσμα ούρα
  • Σημαντική μείωση ή αύξηση της ποσότητας των ούρων
  • Βαθύς πόνος στην περιοχή των νεφρών
  • Κολικός (ισχυρός πόνος στην περιοχή των νεφρών ή των ουρητήρων, που συχνά αντανακλά στον όρχι ή στο μεγάλο χείλος του αιδοίου και συνοδεύεται από εμετό ή ναυτία)
  • Πόνος χαμηλά στην κοιλιά, στο ύψος της ουροδόχου κύστεως
  • Πόνος στους όρχεις
  • Πόνος στο περίνεο ή στην περιοχή του πρωκτού
  • Πόνος κατά την εκσπερμάτιση
  • Πόνος κατά την πλήρωση της κύστεως ή κατά την ούρηση
  • Τσούξιμο ή κάψιμο κατά την ούρηση
  • Τσούξιμο κατά μήκος της ουρήθρας
  • Φαγούρα με ή χωρίς κόκκινα στίγματα ή λευκό επίχρισμα στη βάλανο
  • Εκροή υγρού από την ουρήθρα
  • Αίμα ή αλλαγή χρώματος ή ποσότητας ή σύστασης στο σπέρμα
  • Διαταραχές στη στύση
  • Διαταραχές στην εκσπερμάτιση
  • Αδυναμία σύλληψης τέκνου, παρά τις ελεύθερες επαφές για ένα έτος
  • Διόγκωση στο κάτω μέρος της κοιλιάς
  • Διόγκωση ή ψηλαφητή μάζα στους όρχεις
  • Δυσκολία στην έναρξη ή καθ’ όλη την ούρηση
  • Διακοπές στην ούρηση
  • Μείωση της ακτίνας ούρων ή άνοιγμα της δέσμης των ούρων
  • Έντονη συχνουρία
  • Έντονη νυκτουρία
  • Ξαφνικό αίσθημα ούρησης, που είναι επείγον και επιτακτικό
  • Απώλεια ούρων με το βήχα, φτάρνισμα, γέλιο ή με το απότομα σήκωμα
  • Απώλεια ούρων παρά τη θέληση
  • Πυρετός μαζί με πόνο στο ουροποιογεννητικό ή δυσουρία ή αιματουρία
3. Όλοι οι ουρολόγοι ασχολούνται με τις παραπάνω παθήσεις;

Παρόλο που όλοι οι ουρολόγοι εκπαιδεύονται σε όλες τις παθήσεις του ουροποιογεννητικού συστήματος, η πρόοδος της επιστήμης και η μεγάλη εξειδίκευση που υπάρχει, αλλά και η σπανιότητα ορισμένων παθήσεων, είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ορισμένες υποειδικότητες της ουρολογίας, στις οποίες εξειδικεύονται οι ουρολόγοι. Αυτές είναι η ανδρολογία, που ασχολείται με την υπογονιμότητα και την ανικανότητα, η παιδιατρική ουρολογία, που ασχολείται με τις παθήσεις των παιδιών, η εφηβική ουρολογία, που ασχολείται με τα προβλήματα των παιδιατρικών ασθενών, όταν αυτοί μπαίνουν στην εφηβεία, και η ενδοσκοπική ουρολογία, που ασχολείται με την αντιμετώπιση των παθήσεων, κυρίως λιθιάσεων με τη βοήθεια εργαλείων και τηλεσκοπίων, που λειτουργούν μέσα στις κοιλότητες του ουροποιητικού συστήματος, ώστε να αποφεύγονται μεγάλες επεμβάσεις. Ακόμη, η γυναικολογική ουρολογία, που ασχολείται με τα προβλήματα της ουροδόχου κύστεως και της ουρήθρας των γυναικών και κυρίως με τις ακράτειες ούρων και τις επιπλοκές των γυναικολογικών επεμβάσεων, η νευροουρολογία, που ασχολείται με τα ουρολογικά προβλήματα των ασθενών με νευρολογικές παθήσεις, η ογκολογική ουρολογία, που ασχολείται με τα καλοήθη και κυρίως με τα κακοήθη νεοπλάσματα του ουροποιογεννητικού, και η ουρολογία των νεφρικών μεταμοσχεύσεων. Νέες υποκατηγορίες των παραπάνω προκύπτουν ολοένα με την πρόοδο της επιστήμης και η εξειδίκευση μπορεί να προχωρεί ακόμη και σε επίπεδο μεμονωμένων παθήσεων, όπως π.χ. καρκίνος προστάτη.

4. Πώς αντιμετωπίζεται η λιθίαση του ουροποιητικού συστήματος; Πότε πρέπει να γίνεται έλεγχος για την παρουσία προδιαθεσικών παραγόντων;

Παλαιότερα, οι περισσότερες περιπτώσεις λιθίασης του ουροποιητικού συστήματος αντιμετωπίζονταν με χειρουργική επέμβαση. Σήμερα, με την πρόοδο της επιστήμης, οι περιπτώσεις λιθίασης που αντιμετωπίζονται χειρουργικά είναι πολύ λιγότερες από αυτές που αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Ο απλούστερος τρόπος αντιμετώπισης της λιθίασης είναι η εξωσωματική λιθοθρυψία.

Η εξωσωματική λιθοθρυψία γίνεται με τη βοήθεια ειδικού μηχανήματος, χωρίς αναισθησία και χωρίς πόνο. Η θραύση των λίθων γίνεται με τη βοήθεια ωστικών κυμάτων, που παράγονται από τη συσκευή και εστιάζονται πάνω στο λίθο. Η μέθοδος είναι αποτελεσματική, εύκολη, γρήγορη και ανώδυνη, πρακτικά χωρίς παρενέργειες.

Η ενδοσκοπική αφαίρεση με ή χωρίς θρυμματισμό των λίθων είναι η δεύτερη αντιμετώπιση, η οποία απαιτεί αναισθησία, αλλά δε συνοδεύεται από τομή, ενώ η ανάρρωση είναι γρήγορη και ομαλή. Η ενδοσκοπική αφαίρεση μπορεί να αφορά λίθους ουρητήρα και γίνεται με το ειδικό εργαλείο, που λέγεται ουρητηροσκόπιο, και λίθους νεφρού, που γίνεται με το νεφροσκόπιο. Η ουρητηροσκοπική λιθοθρυψία με laser είναι πολύ αποτελεσματική για τη πλήρη απαλλαγή από ουρητηρικούς λίθους, ενώ ταυτόχρονα επιφέρει ελάχιστη ταλαιπωρία στον ασθενή.

H νεφροσκοπική προσπέλαση γίνεται με την εκτέλεση παρακέντησης του ασθενούς και τοποθέτηση του ενδοσκοπικού εργαλείου από διαδερμικό κανάλι, που δημιουργείται κατευθυνόμενα με τη βοήθεια υπερήχων και ακτινοσκόπησης. Από εκεί και πέρα ακολουθεί λιθοθρυψία, με τη χρήση κάποιου ενδοσκοπικού λιθοθρύπτη.

Τέλος, για τις περιπτώσεις λίθων που είναι πολλαπλοί, μεγάλοι ή που έχουν αποτύχει προηγούμενες τεχνικές αντιμετώπισής τους ή δεν υπάρχει η κατάλληλη τεχνική υποδομή, εφαρμόζεται ανοικτή χειρουργική επέμβαση. Η λιθίαση εκδηλώνεται συνήθως με κολικό, δηλαδή με έντονο πόνο στους νεφρούς ή κατά μήκος του ουρητήρα και ενίοτε με αιματουρία ή πυρετό.

Η παρουσία πυρετού θα πρέπει να ανησυχήσει τον ασθενή, γιατί σημαίνει απόφραξη του ουροποιητικού. Είναι καλό να γίνεται έλεγχος ούρων και αίματος για την εύρεση πιθανού προδιαθεσικού παράγοντα σε όλες τις περιπτώσεις της λιθίασης. Στις περιπτώσεις που η λιθίαση επιμένει ή υποτροπιάζει ή στις περιπτώσεις που ο απλός εργαστηριακός έλεγχος είναι παθολογικός, θα πρέπει να γίνεται εκτενέστερος μεταβολικός έλεγχος του προβλήματος. Τα φάρμακα μπορεί να βοηθήσουν μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, που υπάρχουν ειδικά μεταβολικά προβλήματα, τα οποία ευθύνονται για τη συχνή δημιουργία λίθων. Ωστόσο, ορισμένες γενικές αρχές  οι οποίες μπορούν να εφαρμοσθούν είναι ο περιορισμός του ασβεστίου και του ουρικού οξέος, με τον περιορισμό των γαλακτοκομικών και των πολλών κρεάτων από τις τροφές, ο περιορισμός των οξαλικών, με τον περιορισμό της κόκα-κόλα, του τσαγιού, του καφέ, της σοκολάτας και των ξηρών καρπών από τη διατροφή, και η αύξηση της πρόσληψης υγρών σε τέτοιο βαθμό, ώστε να παράγονται 2 λίτρα ούρα ημερησίως.

 Η εξωσωματική λιθοθρυψία γίνεται με ειδικό μηχάνημα, που παράγει και εστιάζει ωστικά κύματα επάνω στο λίθο, προκαλώντας έτσι τη θραύση του

Ένας σύγχρονος εξωσωματικός λιθοθρύπτης

Η εστίαση των ωστικών κυμάτων, που παράγονται από μια συσκευή λιθοθρυψίας επάνω στο λίθο με τη βοήθεια ακουστικών κατόπτρων

Τα ωστικά κύματα φθάνουν στο στόχο χωρίς να προκαλούν βλάβες στα παρακείμενα όργανα και σπάζουν το λίθο

Λίθος ουρητήρα, όπως φαίνεται με το ειδικό τηλεσκόπιο, που λέγεται ουρητηροσκόπιο. Το γαλάζιο εργαλείο είναι η ίνα του laser λιθοθρύπτη.

 

Διαδερμική νεφρολιθοθρυψία με τη χρήση υπερήχων, που εστιάζονται στο λίθο υπό άμεση όραση με τη βοήθεια του νεφροσκοπίου

 

Νεφροσκοπική λιθοθρυψία νεφρικού λίθου. Το τηλεσκοπικό εργαλείο εισάγεται από το δέρμα και ο λίθος σπάζει υπό όραση σε κάμερα με τη βοήθεια ειδικού εργαλείου, που εισάγεται από το νεφροσκόπιο

 

Θέση αντανάκλασης του νεφρικού κωλικού

5. Υπάρχουν εξετάσεις, που μπορούν να γίνονται για τη πρόληψη των ουρολογικών όγκων; Πότε και ποιοι πρέπει να υποβάλλονται σε αυτές;

Δυστυχώς, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι όγκοι του ουροποιογεννητικού συστήματος μπορεί να μη δίνουν ειδικά συμπτώματα ή ακόμη και να μη δίνουν καθόλου συμπτώματα. Παράδειγμα αποτελούν ο καρκίνος του προστάτη, του οποίου η συμπτωματολογία μπορεί να μιμείται την καλοήθη υπερπλασία του ή τις προστατίτιδες και ο καρκίνος του νεφρού, που δίνει πολύ όψιμα συμπτώματα, όταν πια είναι ιδιαίτερα εκτεταμένος.

 

Για αυτό το λόγο, η πρόληψη των όγκων του ουροποιογεννητικού συστήματος είναι πολύ σημαντική. Ο μοναδικός όγκος του ουροποιογεννητικού συστήματος που θα μπορούσε να προληφθεί με μία απλή εργαστηριακή και κλινική εξέταση είναι ο καρκίνος του προστάτη. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, αν σκεφθούμε ότι ο καρκίνος του προστάτη είναι ο συχνότερος καρκίνος του άντρα. Έτσι, όλοι οι άντρες ηλικίας άνω των 50 ετών ή και άνω των 45 ακόμη, εάν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καρκίνου προστάτη στους άνδρες συγγενείς 1ου βαθμού ή καρκίνου μαστού στις γυναίκες της οικογένειας, είναι σκόπιμο να επισκέπτονται τον ουρολόγο μία φορά το χρόνο και να υποβάλλονται σε δακτυλική εξέταση του προστάτη και σε ειδική εξέταση αίματος για το ειδικό προστατικό αντιγόνο PSA. Η υποψία καρκίνου προστάτη από αυτές τις δύο εξετάσεις, πρέπει να επιβεβαιώνεται με βιοψία προστάτη.

 

Για τους υπόλοιπους όγκους του ουροποιογεννητικού συστήματος υπάρχει μία πληθώρα εργαστηριακών εξετάσεων, ορισμένες από τις οποίες βοηθούν στην πρόωρη διάγνωσή τους. Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές βρίσκονται σε πειραματικό στάδιο και όσες εφαρμόζονται κλινικά στην πράξη δεν είναι αρκετά αξιόπιστες για τον αποκλεισμό μιας κακοήθειας. Έτσι, τουλάχιστον ο ασθενής θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η παρουσία αίματος στα ούρα, ιδιαίτερα χωρίς τη συνύπαρξη πόνου, απαιτεί άμεση εξέταση από τον ουρολόγο, για τον αποκλεισμό κακοήθειας. Ο υπερηχογραφικός έλεγχος του ουροποιογεννητικού συστήματος, μαζί με μία γενική ούρων, αποτελούν δύο απλές, γρήγορες, εύκολες και φθηνές εξετάσεις, που θα μπορούσε να κάνει ο οποιοσδήποτε μία φορά κάθε 1 με 2 χρόνια. Ο έλεγχος αυτός μπορεί να προλάβει πολλές σοβαρές παθήσεις. Τέλος, οι ασθενείς με συγκεκριμένα προϋπάρχοντα προβλήματα, θα πρέπει, μετά την εφαρμογή μιας συγκεκριμένης θεραπείας, να υποβάλλονται σε συγκεκριμένο προληπτικό έλεγχο, ανάλογα με το είδος της πάθησης, που θα τους συστήσει ο ουρολόγος τους, π.χ. κυστεοσκόπηση ανά 3 μήνες στους ασθενείς που έχουν υποστεί διουρηθρική εκτομή καρκίνου ουροδόχου κύστεως.

ΟΥΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΡΚΙΝΟΣ PDF

6. Τι μπορεί να σημαίνει η παρουσία συχνών ουρολοιμώξεων σε ένα άτομο; Είναι πάντοτε λόγος ανησυχίας;

Είναι σημαντικό να διευκρινισθεί ότι η απάντηση στην ερώτηση αυτή εξαρτάται από το φύλο και την ηλικία του ασθενούς. Επίσης, είναι σημαντικό να διευκρινισθεί  ότι όλες οι καταστάσεις, στις οποίες εμφανίζονται συμπτώματα της ουρολοίμωξης, δηλαδή η συχνοουρία και το τσούξιμο, δεν οφείλονται πάντοτε στην παρουσία μικροβίων στα ούρα. Στα μικρά παιδιά η παρουσία συχνών ουρολοιμώξεων, ιδιαίτερα εάν υπάρχει πυρετός και ιδιαίτερα εάν το παιδί είναι αγόρι, θα πρέπει να ωθήσει τον γονέα, ώστε να επισκεφθεί τον ουρολόγο και καλύτερα τον εξειδικευμένο παιδοουρολόγο. Άμεσο μέλημα είναι να αποκλεισθεί η παρουσία κάποιας συγγενούς ανωμαλίας του ουροποιητικού συστήματος του παιδιού.

 

Η συχνότερη συγγενής ανωμαλία είναι η κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση. Στην κατάσταση αυτή, συνήθως λόγω ατελούς ανάπτυξης των ουρητήρων μέσα στο τοίχωμα της ουροδόχου κύστεως, συμβαίνει παλινδρόμηση των ούρων στους νεφρούς κατά τη φάση της ούρησης. Η κατάσταση αυτή συνοδεύεται συχνά από ουρολοιμώξεις με πυρετό και, εάν μείνει ανεξέλεγκτη, μπορεί να καταστρέψει τους νεφρούς του παιδιού.

 

Η κατάσταση αυτή συνήθως αντιμετωπίζεται συντηρητικά, με προληπτική αντιβιοτική θεραπεία, γιατί συνήθως εξαφανίζεται καθώς το παιδί μεγαλώνει. Ορισμένες όμως από τις περιπτώσεις, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται χειρουργικά με βάση ορισμένα κριτήρια, από τα οποία το κυριότερο είναι οι συχνές υποτροπές λοίμωξης, παρά τα χορηγούμενα αντιβιοτικά. Η απόφαση αυτή είναι στην κρίση του παιδοουρολόγου.

 

Οι νέες γυναίκες συχνά παρουσιάζουν απλές κυστίτιδες με τοπικά συμπτώματα και σπανιότερα πυελονεφρίτιδες, δηλαδή ουρολοιμώξεις με πυρετό και πόνο στους νεφρούς. Η παρουσία αυτών των καταστάσεων δε σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει κάποιος προδιαθεσικός παράγοντας. Ωστόσο, η εμφάνιση άνω των τριών επεισοδίων κυστίτιδας το χρόνο ή έστω και μίας πυελονεφρίτιδας απαιτεί τη διενέργεια ακτινολογικού και εργαστηριακού ελέγχου, για τον αποκλεισμό της παρουσίας κάποιας υποκείμενης αιτίας. Πολύ συχνά, όπως προαναφέρθηκε, δε βρίσκεται καμία υποκείμενη αιτία στον έλεγχο αυτόν. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να ελέγχεται η φυσιολογική κένωση της ουροδόχου κύστεως. Οι γυναίκες, οι οποίες κρατούν τα ούρα τους συνήθως για ψυχολογικούς λόγους, εμφανίζουν συχνά σημαντικό υπόλοιπο ούρων μετά την ούρηση. Το υπόλοιπο αυτό μπορεί να επιμολύνεται και να δημιουργεί συχνές ουρολοιμώξεις. Εάν το υπόλοιπο ούρων αυτό είναι σημαντικό, τότε θα πρέπει να αδειάζει με αυτοκαθετηριασμούς, που θα εκτελεί η γυναίκα επιπρόσθετα με τις ουρήσεις της, δύο ή τρεις φορές την ημέρα.

 

Ωστόσο, το συχνότερο είναι να μην υπάρχει ούτε αυτό το πρόβλημα. Στις περιπτώσεις αυτές, που δεν υπάρχει πρόβλημα, οι καταστάσεις αφορούν συνήθως νέες ή και μεσήλικες σεξουαλικά ενεργές γυναίκες. Οι καταστάσεις αυτές, που χαρακτηρίζονται από υποτροπιάζοντα επεισόδια συμπτωμάτων κυστίτιδας, μπορεί να συνοδεύονται ή όχι απαραίτητα από θετικές καλλιέργειες ούρων. Οι καταστάσεις αυτές χαρακτηρίζονται σαν ουρηθρικά σύνδρομα. Η αιτία του ουρηθρικού συνδρόμου δεν είναι γνωστή. Η θεραπεία του είναι εμπειρική, με κατάλληλα μέτρα ενίσχυσης της φυσιολογικής μικροβιακής χλωρίδας -που συχνά παραβλάπτεται από τη παρατεταμένη και συχνή χρήση αντιβιοτικών-, ενυδάτωσης, λήψης μικρής ποσότητας και για μικρό χρονικό διάστημα αντιβιοτικών και, σε περίπτωση αποτυχίας, με διαστολή ουρήθρας και διαστολή κύστεως. Εάν δεν υπάρχει υποκείμενη αιτία και η κύστη κενώνεται φυσιολογικά χωρίς υπόλοιπο μετά την ούρηση, ενώ η κατάσταση παραμένει, αρκεί μόνο συμπτωματική αντιμετώπιση, σε συνδυασμό με ενίσχυση της φυσιολογικής χλωρίδας και άμυνας του οργανισμού, χωρίς αντιβιοτική αγωγή. Ο ασθενής θα πρέπει να καθησυχάζεται και να ενημερώνεται ότι δεν κινδυνεύει και ότι θα πρέπει να λαμβάνει αντιβιοτικά μόνο σε επιμονή των συμπτωμάτων δυσουρίας ή εμφάνισης πυρετού, ή αιματουρίας.

 

Αντίθετα με τις νέες γυναίκες, η παρουσία ουρολοίμωξης με θετική καλλιέργεια σε νέους άντρες σχεδόν πάντοτε οφείλεται στην παρουσία ενός προδιαθεσικού παράγοντα. Ο προδιαθεσικός αυτός παράγοντας μπορεί να είναι συχνότερα χρόνια προστατίτιδα, παρουσία λίθου σε κάποιο επίπεδο του ουροποιητικού συστήματος ή παρουσία μιας συγγενούς ανωμαλίας, όπως είναι η στένωση της πυελοουρητηρικής συμβολής. Για το λόγο αυτό ο έλεγχος από τον ουρολόγο είναι απαραίτητος σε όλες τις περιπτώσεις εμφάνισης έστω και μιας μόνο ουρολοίμωξης σε νέο άντρα. Στους άντρες μεγαλύτερης ηλικίας, από τα 55-60 έτη και μετά, η εμφάνιση συχνών ουρολοιμώξεων οφείλεται συνήθως σε απόφραξη εξόδου των ούρων λόγω διογκωμένου προστάτη. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να γίνεται ένας πλήρης έλεγχος για το βαθμό της απόφραξης των ούρων από τον προστάτη. Εφόσον η απόφραξη είναι σημαντική και οι ουρολοιμώξεις συχνές, θα πρέπει να γίνεται προστατεκτομή. Στην αντίθετη περίπτωση, η κατάσταση μπορεί να αντιμετωπίζεται συντηρητικά.

 

 

 

Η παλινδρόμηση των ούρων από την κύστη στους νεφρούς και τον ουρητήρα μπορεί να προκαλέσει υδρονέφρωση, ουρολοιμώξεις και προοδευτική νεφρική βλάβη.

7. Πότε ένα ζευγάρι θα πρέπει να αρχίζει τον έλεγχο για την ανεύρεση πιθανής αιτίας, που εμποδίζει τη σύλληψη τέκνου. Πώς αντιμετωπίζεται σήμερα η υπογονιμότητα;

Ο έλεγχος για την αναζήτηση πιθανού προβλήματος, που εμποδίζει την σύλληψη τέκνου, θα πρέπει να γίνεται στο ζευγάρι ένα χρόνο μετά την αποτυχία σύλληψης παρά τις ελεύθερες σεξουαλικές επαφές. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η συμβουλευτική παρέμβαση στο ζευγάρι, ώστε οι επαφές να οδηγούν στη μέγιστη πιθανότητα σύλληψης.

 

Στις περιπτώσεις μη τεκνοποίησης από κάποιο ζευγάρι, στο 1/3 των περιπτώσεων υπεύθυνος είναι ο άνδρας, στο 1/3 η γυναίκα και στο 1/3 και οι δύο μαζί. Παρά την πρόοδο της επιστήμης, το 25% των περιπτώσεων υπογονιμότητας μένει αδιευκρίνιστο.

 

Εφόσον λοιπόν διαπιστωθεί ότι είναι πιθανόν να υπάρχει κάποιο πρόβλημα τεκνοποίησης, ο έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει τόσο τον έλεγχο της γυναίκας από γυναικολόγο, όσο και τον έλεγχο του άνδρα από ουρολόγο ανδρολόγο. Ο έλεγχος του άνδρα αρχίζει με την εκτέλεση ενός σπερμοδιαγράμματος. Το σπερμοδιάγραμμα θα πρέπει να γίνεται σωστά και να αξιολογείται σωστά. Η παρουσία παθολογικού σπερμοδιαγράμματος δε σημαίνει απαραίτητα ότι ο άνδρας είναι υπεύθυνος για τη μη επίτευξη της τεκνοποίησης. Αυτό συμβαίνει μόνο στις περιπτώσεις, που δεν υπάρχουν καθόλου σπερματοζωάρια μέσα στο σπέρμα. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η πιθανότητα συμμετοχής του ανδρικού παράγοντα στην υπογονιμότητα είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο βαρύτερη είναι η διαταραχή που παρατηρείται στο σπερμοδιάγραμμα. Υπάρχουν 3 βασικές αιτίες παρουσίας διαταραγμένων σπερμοδιαγραμμάτων:

 

Η 1η και πιο συχνή είναι η κιρσοκήλη. Η κιρσοκήλη είναι η δημιουργία κιρσών στις φλέβες του αριστερού συνήθως όρχεως, όπως οι κιρσοί, που συμβαίνουν στις φλέβες των ποδιών. Η δημιουργία των κιρσών αυτών οφείλεται σε ανεπάρκεια των φλεβικών βαλβίδων, που επιτρέπουν τη ροή του αίματος από τους όρχεις προς τις νεφρικές φλέβες, όπου εκβάλλουν οι σπερματικές φλέβες και έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται τόσο ο αριθμός, όσο και η κινητικότητα των παραγόμενων σπερματοζωαρίων, λόγω αύξησης της θερμοκρασίας του όρχεως και συγκέντρωσης τοξικών ουσιών.

 

Η διάγνωση γίνεται εύκολα με τη κλινική εξέταση και επιβεβαιώνεται με το έγχρωμο Doppler σπερματικών αγγείων. Η κιρσοκήλη είναι η πιο εύκολα αντιμετωπίσιμη κατάσταση υπογονιμότητας, γιατί αντιμετωπίζεται εύκολα με μία μικρή, γρήγορη και απλή εγχείρηση, κατά την οποία η έσω σπερματική φλέβα δένεται και κόβεται. Η κλασική υψηλή απολίνωση της σπερματικής φλέβας υπερτερεί έναντι των πιο «σύγχρονων» μεθόδων, όπως της λαπαροσκοπικής, μικροχειρουργικής και διά  αγγειακού εμβολισμού αντιμετώπισης της κατάστασης, γιατί είναι απλή, εύκολη, φθηνή, γρήγορη, με μικρή τομή, γρήγορη αποθεραπεία και αποτελεσματική πάντα και για πάντα.

 

Η 2η αιτία επηρεασμένου σπερμοδιαγράμματος είναι η μη φυσιολογική παραγωγή σπερματοζωαρίων από τον όρχι. Οφείλεται σπανιότερα σε συγγενείς βλάβες των όρχεων και σε κληρονομικές παθήσεις και συχνότερα σε ορμονικές διαταραχές και επίκτητες ορχικές βλάβες, όπως κακώσεις, λήψη φαρμάκων ή τοξικές ουσίες. Ιστορικό κρυψορχίας, παρωτίτιδας ή ορχικού καρκίνου μπορεί να αναφέρεται.

 

Η 3η αιτία είναι η φυσιολογική μεν παραγωγή σπερματοζωαρίων, αλλά η μη φυσιολογική μεταφορά τους από τον όρχι μέχρι την έξοδό τους στην προστατική ουρήθρα. Η συχνότερη βλάβη εδώ οφείλεται σε φλεγμονές του γεννητικού συστήματος, που προκαλούν απόφραξη στην έξοδο των σπερματοζωαρίων ως την προστατική ουρήθρα, από την οποία εξέρχεται τελικά το σπέρμα. Σε άλλες χώρες, όπου η απολίνωση των σπερματικών πόρων χρησιμοποιείται ως μέσον ανδρικής αντισύλληψης, αυτό αποτελεί επίσης σημαντική αιτία σε αυτήν τη κατηγορία.

 

Οι δύο τελευταίες αιτίες διαφοροποιούνται με την εκτέλεση ειδικών ορμονικών εξετάσεων και συγκεκριμένα της FSH. Στις περιπτώσεις όπου το πρόβλημα είναι στη μεταφορά των σπερματοζωαρίων, το επίπεδο της απόφραξης μπορεί να προσδιορισθεί με μία ειδική ακτινολογική εξέταση. Συχνά αυτές οι καταστάσεις μπορεί να αντιμετωπισθούν με κάθε φορά διαφορετικό βαθμό επιτυχίας, που εξαρτάται από τη διάρκεια της απόφραξης, με τη βοήθεια χειρουργικής επέμβασης. Στις περιπτώσεις αποφρακτικής ολιγοσπερμίας ή αζωοσπερμίας, που δεν αντιμετωπίζονται χειρουργικά, καθώς και στις περιπτώσεις ελαττωματικής παραγωγής σπερματοζωαρίων από τους όρχεις, η αντιμετώπιση γίνεται με εξωσωματική γονιμοποίηση ή μικρογονιμοποίηση (ICSI).

 

Η τελευταία, που είναι και η πιο αποτελεσματική, αποτελεί σύγχρονο τεχνολογικό επίτευγμα, που πραγματοποιείται με την ένεση, με τη βοήθεια μικροσκοπίου,  ενός σπερματοζωαρίου, που συλλέγεται και επιλέγεται από το περιεχόμενο μιας εκσπερμάτισης, εάν υπάρχει, ή λαμβάνεται με βιοψία όρχεων, εάν δεν υπάρχει, μέσα στο ωάριο, που λαμβάνεται από τις ωοθήκες της γυναίκας με τη βοήθεια υπερήχων, αφού προηγηθεί προετοιμασία της με ορμόνες, ώστε να παραχθούν πολλά ωάρια.

 

Σημαντικά σημεία στο πότε αποφασίζεται η πραγματοποίηση της ICSI αποτελούν η παρουσία ή όχι σοβαρής ανεπανόρθωτης βλάβης του ανδρικού σπέρματος και η ηλικία της γυναίκας. Παρά την πρόοδο της επιστήμης, το ποσοστό επιτυχίας ενός κύκλου ICSI δεν υπερβαίνει το 25 με 30%. Το οικονομικό, ψυχολογικό κόστος και πιθανώς το κόστος υγείας μπορεί να είναι σημαντικό. Για το λόγο αυτό, πρέπει πάντα να καταβάλλονται όλες οι προσπάθειες εναλλακτικής αντιμετώπισης του προβλήματος, να καθησυχάζεται το ζεύγος, αλλά από την άλλη να μη χάνεται χρόνος σε άσκοπη αναμονή και αμφίβολες θεραπείες της ανδρικής υπογονιμότητας, ιδιαίτερα εάν η γυναίκα ξεπερνά ηλικιακά τα 33 χρόνια.

 

 

Δίδυμα από εξωσωματική γονιμοποίηση.

Η διάταση των φλεβών που αποχετεύουν τους όρχεις λέγεται κιρσοκήλη και είναι αιτία υπογονιμότητας.

Η κιρσοκήλη μπορεί να ψηλαφάται ή και να φαίνεται, όταν είναι μεγάλη.

Ανατομική του ουροποιογεννητικού συστήματος. Η αμφοτερόπλευρη απόφραξη της επιδιδυμίδας (16), του σπερματικού πόρου (15) ή των εκσπερματιστικών πόρων (11) συνήθως λόγω φλεγμονών, μπορεί να προκαλέσει αδυναμία στην έξοδο των σπερματοζωαρίων (αποφρακτική αζωοσπερμία).

Κατά τη μικρογονιμοποίηση γίνεται, με τη βοήθεια μικροσκοπίου, η εισαγωγή ενός επιλεγμένου σπερματοζωαρίου μέσα στο ωάριο.

8. Τι προβλήματα μπορεί να εμφανισθούν στο πέος, που να διαταράσσουν τη φυσιολογική σεξουαλική επαφή;

Ορισμένα προβλήματα, που μπορεί να εμφανισθούν στο πέος και να επηρεάζουν την εκτέλεση της σεξουαλικής πράξης, είναι:

 

1ον Η κάμψη του πέους. Η κάμψη του πέους μπορεί να είναι συγγενής, να οφείλεται σε τραυματισμό ή να οφείλεται στην παρουσία μιας σκληρής πλάκας επάνω στην άνω, πλάγια ή κάτω επιφάνεια του πέους, που λέγεται πλάκα Peyronie. Η νόσος Peyronie είναι μια αγνώστου αιτιολογίας νόσος, που χαρακτηρίζεται από την πάχυνση και σκλήρυνση και ενίοτε αποτιτάνωση ενός τμήματος του ινώδη χιτώνα των σηραγγωδών σωμάτων. Η κατάσταση αυτή δεν είναι νεοπλασματική. Λόγω της πλάκας, προκαλείται κάμψη και γωνίωση του πέους κατά τη διάρκεια της στύσης, πράγμα που συχνά προκαλεί έντονο ψυχολογικό πρόβλημα, αλλά και ενίοτε και λειτουργικό πρόβλημα κατά τη διείσδυση του πέους, όταν η κάμψη είναι μεγαλύτερη από 60 μοίρες. Η φαρμακευτική αντιμετώπιση δεν είναι συνήθως αποτελεσματική, ενώ πρέπει να γνωρίζει κανείς ότι στο 50% η νόσος υποχωρεί αυτόματα. Εάν παραμείνει σταθερή για έξι μήνες και ενοχλεί τον ασθενή, μπορεί να αντιμετωπισθεί επιτυχώς χειρουργικά με άριστα αποτελέσματα. Η συνηθέστερη τεχνική της πτύχωσης του ινώδη χιτώνα των σηραγγωδών από την αντίθετη πλευρά της βλάβης είναι αποτελεσματική, αλλά συνοδεύεται από απώλεια λειτουργικού μήκους του πέους. Για το λόγο αυτό προτιμούνται, ανάλογα βέβαια και με την επιθυμία του ασθενούς, οι τεχνικές αφαίρεσης ή καλύτερα τομής της πλάκας και η τοποθέτηση μοσχεύματος για τη κάλυψη του χάσματος.

 

2η κατάσταση, που μπορεί να δημιουργεί πρόβλημα στην επαφή, είναι ο πόνος στο πέος κατά την είσοδο στο γυναικείο κόλπο. Η κατάσταση αυτή μπορεί να συνοδεύει την κάμψη του πέους ή να σχετίζεται με απουσία λίπανσης του γυναικείου κόλπου, οπότε είναι επώδυνη και για τη γυναίκα, αλλά συνήθως οφείλεται στην παρουσία βραχέος χαλινού της πόσθης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη βίαιη έλξη του χαλινού κατά τη διείσδυση και την πρόκληση πόνου και συχνά μικροαιμορραγίας. Η κατάσταση μπορεί να αντιμετωπισθεί με μία απλή μικροεπέμβαση εκτομής του χαλινού, γιατί η ρήξη είναι συνήθως ατελής και αυτόματη επούλωση με ουλώδη ιστό προκαλεί επιδείνωση του τοπικού πόνου.

 

3ον Η πρόωρη εκσπερμάτιση συχνά δημιουργεί πρόβλημα στη σχέση των δύο συντρόφων. Οφείλεται σε ψυχολογικά αίτια και ο εντύπωση του κάθε άνδρα για το τι είναι πρόωρη εκσπερμάτιση διαφέρει. Η ψυχολογικές ασκήσεις, που μπορεί να κάνει μαζί το ζεύγος, μπορεί να βοηθήσουν στην επίλυση του προβλήματος, όπως και η χρήση προφυλακτικών με επιβραδυντικό. Η χρήση τοπικά αλοιφών, που μειώνουν την αισθητικότητα της βαλάνου, μπορεί να είναι υποβοηθητική. Τέλος, εάν το πρόβλημα επιμένει, η χρήση για περιορισμένο διάστημα φαρμάκων που λειτουργούν ως αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης μπορεί να λύσει το πρόβλημα.

 

4ον Η εντύπωση του μικρού πέους. Παρόλο που σε ορισμένες σπάνιες καταστάσεις το πέος μπορεί να είναι μικρότερο του φυσιολογικού σε τέτοιο βαθμό, που να μη γίνεται ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή, στην πλειονότητα των περιπτώσεων η κατάσταση αυτή είναι ψυχολογική. Το άτομο νομίζει, δηλαδή, ότι το πέος του είναι τόσο μικρό, ώστε δεν μπορεί να ικανοποιήσει την ερωτική του σύντροφο ή ότι δεν μπορεί να πραγματοποιήσει σεξουαλική επαφή. Μετά από μέτρηση του πέους και σύγκριση του μεγέθους του με κατάλληλους πίνακες, ο ιατρός θα πρέπει να εφησυχάζει τον ασθενή και, εάν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί από τον ουρολόγο, τότε θα πρέπει να ζητείται η βοήθεια εξειδικευμένου ψυχιάτρου. Οι μόνες χειρουργικές τεχνικές που επιτρέπουν με ασφάλεια την αύξηση του μεγέθους του πέους και είναι ιατρικά αποδεκτές είναι η εκτομή του ανελκτήρα συνδέσμου, που βρίσκεται στη ραχιαία επιφάνεια της βάση του πέους και που επιμηκύνει το πέος κατά 1.5-2 εκατοστά, και η τοποθέτηση υποδόριων μοσχευμάτων ή υλικών για την αύξηση της διαμέτρου του. Οι συσκευές έλξης του πέους έχουν αμφίβολο αποτέλεσμα και η πιο αξιόπιστη χρήση τους είναι η αποφυγή απώλειας μήκους και ρίκνωσης μετά από χειρουργικές επεμβάσεις. Γενικά στον τομέα της μεγέθυνσης του πέους χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και πληροφόρηση των ατόμων αυτών, που βρίσκουν διάφορες τέτοιες πληροφορίες σε έντυπο ή σε ηλεκτρονικό υλικό αμφίβολου και συχνά επικίνδυνου περιεχομένου και το εμπιστεύονται. Η σωστή πληροφόρηση πρέπει να γίνεται μόνο από τον εξειδικευμένο ανδρολόγο.

 

 

Η ινώδης πλάκα Peyronie στο λευκό χιτώνα, που περιβάλλει τα σηραγγώδη σώματα του πέους, τα «τραβάει» μονόπλευρα προκαλώντας έτσι κάμψη.

Η πρόωρη εκσπερμάτιση αποτελεί αιτία διαταραχής στις σχέσεις του ζευγαριού.

Συσκευή εφαρμογής τάσης στο πέος, που εμποδίζει τη ρίκνωσή του μετά από χειρουργικές επεμβάσεις σ’ αυτό. Η συσκευή αυτή δεν επιμηκύνει ένα φυσιολογικό πέος.

9. Η ανικανότητα είναι μία αναπόφευκτη κατάσταση, που εμφανίζεται με τη γήρανση; Μπορεί να αντιμετωπισθεί;

Η ανικανότητα ή καλύτερα η δυσλειτουργία στη στύση είναι μία κατάσταση, η οποία μπορεί να εμφανισθεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Είναι συχνότερη στους άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας, χωρίς ωστόσο να σημαίνει ότι είναι υποχρεωτικό να συμβεί, όπως είναι υποχρεωτικό οι γυναίκες να περνούν στην εμμηνόπαυση. Παλαιότερα πίστευαν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό περιπτώσεων στυτικής δυσλειτουργίας οφειλόταν σε ψυχολογικούς παράγοντες. Σήμερα, με την πρόοδο της επιστήμης,  πάνω από τις μισές περιπτώσεις έχει διαπιστωθεί ότι οφείλονται σε οργανικούς παράγοντες και, καθώς η επιστήμη προοδεύει, αναγνωρίζονται ολοένα και περισσότερες αιτίες που προκαλούν στυτική δυσλειτουργία. Οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν ψυχολογικού τύπου στυτική δυσλειτουργία συνήθως παρουσιάζουν φυσιολογικές στύσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας ή τις πρώτες πρωινές ώρες. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι απόλυτο.

 

Παρά τις πολλές και διαφορετικές αιτίες, οι οποίες μπορεί να προκαλούν δυσλειτουργία στύσης, στην πλειονότητα των περιπτώσεων η αντιμετώπιση του προβλήματος είναι παρόμοια. Λίγες είναι οι περιπτώσεις, στις οποίες αναγνωρίζονται μετά από ειδικές εξετάσεις -που επιλέγονται ανάλογα με τα ευρήματα του ιστορικού και τα ευρήματα της κλινικής εξέτασης- ειδικές αιτίες, οι οποίες απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση. Ωστόσο, η επίσκεψη στον ουρολόγο και καλύτερα στον ειδικό ανδρολόγο είναι απαραίτητη, ώστε να αποκλεισθούν αυτές οι αιτίες και η εφαρμογή της θεραπευτικής αγωγής να είναι η κατάλληλη.

 

Σήμερα τα φάρμακα με τη μορφή χαπιών ή με τη μορφή ουσιών, που δρουν τοπικά ως ενέσιμα φάρμακα, κατέχουν τη μερίδα του λέοντος στη θεραπεία των περισσότερων περιπτώσεων στυτικής δυσλειτουργίας. Για τις περιπτώσεις που δεν αντιμετωπίζονται με όλη την ποικιλία των φαρμάκων, που υπάρχουν σήμερα, είναι δυνατόν να τοποθετηθούν ειδικές προθέσεις μέσα στο πέος των ασθενών, οι οποίες ρυθμίζονται με τη βοήθεια ειδικής βαλβίδας, ώστε να λειτουργούν μόνο στη φάση της επαφής. Έτσι μιμούνται περισσότερο τη φυσιολογική στύση του πέους. Οι προθέσεις αυτές πλεονεκτούν στο ότι προσφέρουν αυθόρμητη στύση, χωρίς τα μειονεκτήματα και κυρίως τις αντενδείξεις των φαρμάκων από το στόμα και των ενέσιμων φαρμάκων. Η τοποθέτησή τους γίνεται με μια απλή για τον εκπαιδευμένο ανδρολόγο επέμβαση, με μια μικρή αφανή τομή στην κάτω επιφάνεια του πέους. Το εμφύτευμα δε φαίνεται εξωτερικά, ενώ η αίσθηση της ηδονής και η εκσπερμάτιση είναι απόλυτα φυσιολογικές. Τα υλικά αυτά, γνωστά ως ενδοσωματικά εμφυτεύματα, καλύπτονται από όλα τα ασφαλιστικά ταμεία.

ΣΤΥΤΙΚΗ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ pdf

10. Τι είναι η ακράτεια ούρων και πού οφείλεται; Η θεραπεία της γίνεται πάντοτε με εγχείρηση;

Η ακράτεια ούρων είναι η απώλεια ούρων, που συμβαίνει παρά τη θέλησή μας. Είναι πιο συνηθισμένη στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες και παρόλο που δεν αποτελεί νόσημα, που μπορεί να προκαλέσει βλάβη στη ζωή ή στην υγεία, είναι μία κατάσταση ιδιαίτερα ενοχλητική, που συχνά περιορίζει κοινωνικά τους ανθρώπους στους οποίους εμφανίζεται.

 

Υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες ακράτειας: Στην 1η κατηγορία ανήκει η ακράτεια που εμφανίζεται με το βήχα, το φτάρνισμα, το γέλιο ή το σκύψιμο. Αυτή ονομάζεται ακράτεια από προσπάθεια και εμφανίζεται πιο συχνά σε γυναίκες μέσης ηλικίας, που έχουν υποστεί αρκετούς τοκετούς.

 

Η μορφή αυτή της ακράτειας οφείλεται σε χαλάρωση των μυών του πυελικού εδάφους λόγω των τοκετών και της έλλειψης οιστρογόνων ορμονών, που παρατηρείται στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Η χαλάρωση αυτή έχει ως αποτέλεσμα το ανατομικό σύστημα ουροδόχου κύστεως - ουρήθρας να μην υποστηρίζεται σωστά. Αυτή η μη υποστήριξη έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια ούρων με την αύξηση της πίεσης μέσα στην κοιλιά, γεγονός που δε συμβαίνει στα φυσιολογικά άτομα.

 

Σπανιότερα, η ακράτεια από προσπάθεια μπορεί να εμφανίζεται λόγω αδυναμίας του έξω σφιγκτηριακού μηχανισμού εγκράτειας.

Η μορφή αυτή παρατηρείται ενίοτε σε νευρολογικούς ασθενείς, αλλά είναι συχνότερη μετά από μείζονες πυελικές επεμβάσεις, κυρίως για καρκίνο προστάτη στους άνδρες.

 

Η δεύτερη μορφή ακράτειας οφείλεται σε ξαφνικούς σπασμούς της ουροδόχου κύστεως, που συμβαίνουν παρά τη θέλησή μας και ενώ δε βρισκόμαστε σε κατάλληλο χώρο ή χρόνο για ούρηση Η δεύτερη μορφή αυτή της ακράτειας, που λέγεται ακράτεια από έπειξη, μπορεί να οφείλεται σε ορισμένες παθήσεις. Οι παθήσεις αυτές μπορεί να είναι νευρολογικής φύσεως ή παθήσεις του τοιχώματος της κύστεως, όπως φλεγμονές ή όγκοι. Ωστόσο, στη πλειονότητα των περιπτώσεων δεν υπάρχει γνωστή αιτία για τη μορφή αυτή της ακράτειας και τότε ονομάζεται ιδιοπαθής. Ο συχνότερος τύπος ακράτειας, που παρατηρείται στις γυναίκες, είναι ένα μίγμα ακράτειας από προσπάθεια και από έπειξη.

 

Άλλες πιο σπάνιες μορφές ακράτειας είναι η συνεχής ακράτεια από υπερχείλιση ούρων, όταν η ουροδόχος κύστη δεν αδειάζει φυσιολογικά και συσσωρεύει ούρα  που δεν μπορούν να αποβληθούν, λόγω απόφραξης ή μυϊκής αδυναμίας του κυστικού τοιχώματος, που δε μπορεί να συσπαστεί για να προωθήσει τα ούρα και η ακράτεια από συνεχή επικοινωνία του ουροποιητικού συστήματος με το γεννητικό σύστημα της γυναίκας.

 

Αν και κάποιες από τις επικοινωνίες αυτές είναι συγγενείς, η συνηθέστερη επικοινωνία είναι η κυστεοκολπική και αποτελεί συνήθως επιπλοκή γυναικολογικών επεμβάσεων. Οι δύο αυτές τελευταίες μορφές ακράτειας είναι συνεχείς. Για τη σωστή θεραπευτική αντιμετώπιση της ακράτειας, είναι πολύ σημαντικό να ξεχωρίζεται το είδος και η αιτία από την οποία προέρχεται. Εάν δε γίνει αυτό, η ακράτεια μπορεί όχι μόνο να μη θεραπευθεί, αλλά και να επιδεινωθεί ή να δημιουργηθούν επιπρόσθετα προβλήματα, τα οποία δεν προϋπήρχαν στον ασθενή. Συνεπώς, πριν από οποιαδήποτε αντιμετώπιση ο ασθενής θα πρέπει να επισκεφθεί τον ουρολόγο και καλύτερα τον εξειδικευμένο στις ακράτειες ουρολόγο.

 

Οι ακράτειες δε θεραπεύονται μόνο χειρουργικά. Για την πρώτη μορφή της ακράτειας, από προσπάθεια, υπάρχουν και μη χειρουργικοί τρόποι θεραπείας. Αυτοί περιλαμβάνουν ειδικές ασκήσεις ενδυνάμωσης των μυών της λεκάνης, με ή χωρίς τη βοήθεια απλών ή ειδικών συσκευών .

 

Η ορμονική υποκατάσταση στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες μπορεί επίσης να είναι χρήσιμη. Οι χειρουργικές επεμβάσεις, που εφαρμόζονται για την ακράτεια από προσπάθεια, έχουν ως σκοπό να υποστηρίξουν το ανατομικό σύστημα της ουροδόχου κύστεως - ουρήθρας και να το επαναφέρουν στην αρχική του θέση. Οι επεμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν την τοποθέτηση κάτω από την ουρήθρα με διάφορους τρόπους και τεχνικές ειδικών ταινιών, που υποστηρίζουν την ουρήθρα τη στιγμή που, λόγω αύξησης της πίεσης μέσα στη κοιλιά, π.χ με το βήχα, η ουρήθρα μετακινείται και γίνεται η απώλεια των ούρων.

 

Σήμερα πολλές από αυτές γίνονται με τοπική αναισθησία ή με μικρή επέμβαση χωρίς τομή και είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές.

 

Η τοποθέτηση τεχνητού σφιγκτήρα για τις μη αντιμετωπιζόμενες με άλλα μέσα μορφές ακράτειας από αδυναμία του σφιγκτηριακού μηχανισμού αποτελεί μια απόλυτα αποτελεσματική και ασφαλή μέθοδο για τη θεραπεία της σοβαρής ακράτειας.

 

Η δεύτερη μορφή ακράτειας ή ακράτεια από έπειξη αντιμετωπίζεται κυρίως φαρμακευτικά. Νεότερα φάρμακα, που έχουν όλο και λιγότερες παρενέργειες σε σχέση με την παλιότερη οξυβουτινίνη, που προκαλεί έντονη ξηροστομία, δυσκοιλιότητα και ταχυκαρδία, προστίθενται στη θεραπευτική φαρέτρα του ουρολόγου. Νέα τεχνολογικά επιτεύγματα προστίθενται συνεχώς στη θεραπεία της ακράτειας από έπειξη, όπως η νευροδιέγερση συγκεκριμένων ριζών του νωτιαίου μυελού με την αναίμακτη τοποθέτηση ειδικών ηλεκτροδίων, που ενεργοποιούνται από ένα βηματοδότη, που εμφυτεύεται στο σώμα.

 

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ένεση μέσα στην ουροδόχο κύστη βοτουλινικής τοξίνης Α, ενός φαρμάκου που μειώνει την υπερσυστολία της κύστης και διακόπτει την ακράτεια. Η ένεση αυτή γίνεται σε εξωνοσοκομειακή βάση με τοπική αναισθησία και γλυτώνει τον ασθενή εκτός από την ακράτεια και από τις παρενέργειες της από του στόματος φαρμακευτικής αγωγής. Η διάρκεια της είναι εξάμηνη και από εκεί και πέρα μπορεί να επαναληφθεί.

 

Οι καταστάσεις, οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται με φάρμακα και οι καταστάσεις, στις οποίες μαζί με την ακράτεια υπάρχει παλινδρόμηση των ούρων στους νεφρούς και υψηλές πιέσεις μέσα στην κύστη, όπως συμβαίνει συνήθως στις νευρολογικές παθήσεις, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται χειρουργικά. Η επέμβαση εκλογής είναι η αυξητική κυστεοπλαστική και γίνεται τοποθετώντας ένα τμήμα αποσωληνοποιημένου λεπτού εντέρου στην κύστη, αυξάνοντας έτσι τη χωρητικότητά  της.

 

 

Το φτάρνισμα και ο βήχας προκαλούν σημαντική και απότομη αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης, με συνέπεια την ακούσια απώλεια ούρων (ακράτεια από προσπάθεια).

Παθογένεια της ακράτειας από προσπάθεια.

Λόγω της καθόδου της κύστης και της ουρήθρας κατά την αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης, η υψηλή πίεση αυτή δε μεταφέρεται στο σφιγκτήρα της ουρήθρας, όπως γίνεται φυσιολογικά, για να τον κλείσει και να εμποδίσει την απώλεια των ούρων, αλλά αντιθέτως μεταφέρεται στην κύστη, η οποία επιπρόσθετα με την ελλιπή σύγκλειση της ουρήθρας, λειτουργεί σαν «πουάρ», επιτείνοντας την απώλεια.

Οι τρεις τύποι ακράτειας ούρων. Από αριστερά προς τα δεξιά: α) ακράτεια από υπερχείλιση επί παραμελημένης απόφραξης της εξόδου των ούρων, όπως σε παραμελημένη διόγκωση προστάτη, β) ακράτεια από προσπάθεια, γ) ακράτεια από έπειξη λόγω υπερσυσπαστικότητας του μυός της κύστης από νευρολογικά ή άγνωστα αίτια.

Ασκήσεις για την ενδυνάμωση του «πατώματος» της λεκάνης, με σκοπό τη βελτίωση της ακράτειας.

Η ταινία ελεύθερη τάσης, που τοποθετείται με μια απλή επέμβαση κάτω από την ουρήθρα, εμποδίζει την κάθοδο της ουρήθρας κατά την αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης και έτσι εμποδίζει την ακράτεια από προσπάθεια.

Η διέγερση των νεύρων του νωτιαίου μυελού με ηλεκτρικό ρεύμα, που παράγεται από έναν ηλεκτροδιεγέρτη, που εμφυτεύεται μόνιμα στο σώμα, τροποποιεί τη λειτουργία τους, θεραπεύοντας έτσι την ακράτεια από έπειξη νευρογενούς ή άγνωστης αιτιολογίας και ενεργοποιώντας τη σύσπαση της κύστης, ώστε να επιτευχθεί η κένωσή της σε περιπτώσεις ατονίας της.

Ένεση της βοτουλινικής τοξίνης στην κύστη.

Τα σημεία ένεσης της βοτουλινικής τοξίνης στη κύστη για τη θεραπεία της ακράτειας από έπειξη.

Χειρουργική επέμβαση για την αύξηση της χωρητικότητας της κύστης και τη θεραπεία της ακράτειας με την τοποθέτηση «μπαλώματος» από έντερο στη κύστη, που λειτουργεί ως «αμορτισέρ», μετά την αποτυχία των άλλων θεραπευτικών μεθόδων.

11. Γιατρέ, δεν έχω καμία δυσκολία στην ούρηση, αλλά τα παιδιά μου είπαν να κάνω την εξέταση αίματος για τον προστάτη. Την έκανα και η τιμή του βρέθηκε διπλάσια του φυσιολογικού. Έχω προσβληθεί από καρκίνο προστάτη; Τι πρέπει να κάνω τώρα;

Το PSA είναι ένας αρκετά αξιόπιστος ειδικός δείκτης για τον καρκίνο του προστάτη. Ωστόσο, η αύξησή του πάνω από τα όρια του φυσιολογικού δεν οφείλεται απαραίτητα στην παρουσία καρκίνου προστάτη. Υπάρχουν και άλλες καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν αύξηση του PSA, εκτός εάν αυτή είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ωστόσο, η αύξηση αυτού του δείκτη πάνω από το φυσιολογικό αποτελεί ένδειξη για τον έλεγχο της παρουσίας καρκίνου προστάτη. Ο καλύτερος τρόπος για την επιβεβαίωση της παρουσίας καρκίνου προστάτη είναι η εκτέλεση βιοψιών, που κατευθύνονται με την βοήθεια ειδικής κεφαλής υπερήχων που εισάγεται από το ορθό.

 

Στην περίπτωση που η διάγνωση του καρκίνου του προστάτη επιβεβαιωθεί, ακολουθεί η σταδιοποίηση της νόσου, δηλαδή ο προσδιορισμός της έκτασης της, τόσο τοπικά, όσο και σε ολόκληρο τον οργανισμό με τη μορφή μεταστάσεων. Αυτό επιτυγχάνεται με ειδικές εξετάσεις. Εάν η νόσος είναι περιορισμένη μόνο στον προστάτη, οι ενδεικνυόμενες θεραπείες είναι η ριζική προστατεκτομή ή η ακτινοθεραπεία εξωτερικά ή με την εμφύτευση ειδικών ραδιενεργών υλικών στον προστάτη (βραχυθεραπεία), που ακτινοβολούν απευθείας τον αδένα. Η ριζική προστατεκτομή φαίνεται ότι είναι η πλέον ενδεικνυόμενη θεραπευτική μέθοδος για νεότερα άτομα, γιατί εξασφαλίζει την αφαίρεση της νόσου από τον οργανισμό και μακρόχρονη επιβίωση, χωρίς νόσο.

 

Η βραχυθεραπεία, από την άλλη μεριά, κερδίζει συνεχώς έδαφος σαν ελάχιστα επεμβατική τεχνική, με ικανοποιητικά αποτελέσματα, αλλά ωστόσο δεν είναι και αυτή άμοιρη παρενεργειών. Εάν η νόσος έχει διασπαρθεί σε ολόκληρο τον οργανισμό, προς το παρόν δεν είναι θεραπεύσιμη και η αντιμετώπιση γίνεται με τη βοήθεια ορμονικών φαρμάκων, που βελτιώνουν την ποιότητα της ζωής και πιθανώς την επιμηκύνουν. Εάν η βιοψία αποβεί αρνητική, ο ασθενής παρακολουθείται με τη συχνή παρακολούθηση του PSA. Εάν το PSA κατά τη διάρκεια παρακολούθησης παρουσιάζει ανοδικές τάσεις, η βιοψία προστάτου επαναλαμβάνεται μία ή και περισσότερες φορές και είναι πολύ πιθανόν στις επαναλήψεις των βιοψιών να αποδειχθεί ότι υπάρχει καρκίνος προστάτη. Δυστυχώς δεν υπάρχει καμία ασφαλής μέθοδος για τον αποκλεισμό της ύπαρξης καρκίνου του προστάτη σε αυτές τις περιπτώσεις.

 

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗ PPT

12. Γιατρέ, μου είπαν ότι ο προστάτης μου είναι διογκωμένος. Θα πρέπει να κάνω εγχείρηση, για να προλάβω μία κακή εξέλιξη;

Οι καταστάσεις που σχετίζονται με τη διόγκωση του προστάτη διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στον καρκίνο του προστάτη και στην καλοήθη υπερπλασία του. Ο ασθενής, ο οποίος επισκέπτεται τον ουρολόγο, είτε για προληπτικό έλεγχο του προστάτη, είτε γιατί παρουσιάζει ορισμένα συμπτώματα ερεθισμού ή δυσκολίας στην ούρηση -τα επονομαζόμενα συμπτώματα του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος-, θα πρέπει να υποβάλλεται σε 4 απλές εξετάσεις:

1ον Στη δακτυλική εξέταση του προστάτη. Με την εξέταση αυτή εκτιμάται εν μέρει ο βαθμός διόγκωσης του προστάτη, αλλά κυρίως η σύσταση του αδένα, πράγμα απαραίτητο για τον περαιτέρω διαγνωστικό έλεγχο, για την επιβεβαίωση πιθανής κακοήθειάς του.

 2ον Σε ένα υπερηχογράφημα ουροποιητικού συστήματος πριν και μετά την ούρηση. Απαραίτητη είναι η μέτρηση του υπόλοιπου των ούρων, που μένουν στην ουροδόχο κύστη μετά την ούρηση.

 3ον Στη μέτρηση της ροής των ούρων. Η εξέταση αυτή γίνεται με τη βοήθεια ειδικής συσκευής, του ουροροόμετρου, για τον προσδιορισμό της «έντασης» της ούρησης.

 4ον Στη μέτρηση του ειδικού προστατικού αντιγόνου PSA και, όταν χρειάζεται, στον προσδιορισμό του λόγου του ελεύθερου προστατικού αντιγόνου προς το ολικό.

 Με τη βοήθεια των 4 αυτών εξετάσεων, μπορεί να τεθεί η υπόνοια για καρκίνο προστάτη ή να αποκλεισθεί τουλάχιστον κατά μεγάλο βαθμό η παρουσία καρκίνου. Στην πρώτη περίπτωση, που τίθεται η υπόνοια του καρκίνου προστάτη, ακολουθεί βιοψία προστάτη, η οποία μπορεί να επιβεβαιώσει τη νόσο. Στη δεύτερη περίπτωση, όπου δεν τίθεται η υπόνοια του καρκίνου, με τη βοήθεια των 3 πρώτων από τις προαναφερθείσες 4 εξετάσεις, μπορεί να εκτιμηθεί, τουλάχιστον αδρά, ο βαθμός απόφραξης που προκαλεί ο διογκωμένος προστάτης στην έξοδο των ούρων.

 Στις περιπτώσεις, στις οποίες ο ασθενής εμφανίζει σημαντικού βαθμού απόφραξη, όπως εκτιμάται από την ουροροομετρία, ή έχει παρουσιάσει νεφρική ανεπάρκεια, διάταση των νεφρών, λιθίαση κύστεως, υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις με πυρετό, επιμένουσα αιματουρία, που δεν προέρχεται από άλλη αιτία, ή πλήρη απόφραξη στην έξοδο των ούρων, συνιστάται η χειρουργική αφαίρεση του προστάτη. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, όπου ο βαθμός της απόφραξης δεν είναι μεγάλος, εκτιμώνται τα συμπτώματα του ασθενούς. Εάν τα συμπτώματα δεν είναι ενοχλητικά για τον ασθενή, τότε μπορεί να τεθεί απλώς σε παρακολούθηση,  με έλεγχο από τον ουρολόγο του μία φορά κάθε χρόνο. Εάν τα συμπτώματα είναι μέτρια ή έντονα, μπορεί να δοκιμασθεί η χορήγηση φαρμάκων. Εάν η φαρμακευτική θεραπεία αποτύχει και ο ασθενής δεν ανέχεται τα συμπτώματά του, τότε συστήνεται η χειρουργική επέμβαση. Υπάρχουν 2 τεχνικές χειρουργικής αντιμετώπισης της καλοήθους υπερπλασίας προστάτη. Η ανοικτή προστατεκτομή και η διουρηθρική προστατεκτομή.

 

Η ανοικτή προστατεκτομή γίνεται με τομή στο κατώτερο τμήμα της κοιλιάς, ενώ η διουρηθρική προστατεκτομή γίνεται με τη βοήθεια ειδικού εργαλείου, που περνά μέσα από την ουρήθρα και αφαιρεί τον προστάτη, κόβοντάς τον σε μικρά κομμάτια, που εξέρχονται μέσα από τον αυλό του εργαλείου. Και οι δύο τεχνικές είναι εξίσου αποτελεσματικές. Η διουρηθρική προστατεκτομή πλεονεκτεί, λόγω του μικρότερου χρόνου νοσηλείας, 3 ημερών σε σχέση με τις 7 ημέρες που απαιτούνται για την ανοικτή προστατεκτομή και της ελαφρύτερης μετεγχειρητικής της πορείας. Καμία από τις δύο τεχνικές δεν προκαλεί ακράτεια ή ανικανότητα. Το μέτρο για την επιλογή της μιας εκ των δύο τεχνικών είναι το μέγεθος του προστάτη και η ύπαρξη ή όχι μεγάλων λίθων κύστεως. Έτσι, για μεγάλους προστάτες ή εάν υπάρχουν μεγάλοι λίθοι στην κύστη επιλέγεται η ανοιχτή προστατεκτομή, ενώ για μικρότερους προτιμάται η διουρηθρική προστατεκτομή.

 

Η διόγκωση του προστάτη, που βρίσκεται κάτω από την ουροδόχο κύστη προκαλεί πίεση και στένωση της ουρήθρας, που περνά μέσα από τον αδένα, με συνέπεια τη δυσκολία στην ούρηση και τη κατακράτηση ούρων, που οδηγεί μακροπρόθεσμα σε σοβαρές επιπλοκές και τελικά σε υδρονέφρωση και νεφρική βλάβη.

 

 

Η απόφραξη στην έξοδο των ούρων προκαλεί σταγονοειδή ούρηση.

Η απόφραξη στην έξοδο των ούρων προκαλεί σταγονοειδή ούρηση

 

Η δακτυλική εξέταση του προστάτη πρέπει να γίνεται πάντα κατά την ουρολογική εξέταση και εκτιμά διόγκωση, ευαισθησία και σκληρία του αδένα, που παρατηρούνται αντίστοιχα στη καλοήθη υπερπλασία, τη προστατίτιδα και το καρκίνο του προστάτη

Η δακτυλική εξέταση του προστάτη πρέπει να γίνεται πάντα κατά την ουρολογική εξέταση και εκτιμά διόγκωση, ευαισθησία και σκληρία του αδένα, που παρατηρούνται αντίστοιχα στη καλοήθη υπερπλασία, τη προστατίτιδα και το καρκίνο του προστάτη

 

Διορθικό υπερηχογράφημα προστάτη

 

 

 

Διάγραμμα ουροομετρίας, που δείχνει φυσιολογική ούρηση. Σε απόφραξη ούρων λόγω προστατικής υπερπλασίας ή στενώματος ουρήθρας, η καμπύλη είναι πιο επίπεδη και παρατεταμένη.

Συσκευή ουροομετρίας.

Αιμοληψία για την εκτέλεση PSA.

Αποτελέσματα υπερπλασίας προστάτη.